
Κοινοί τραπεζικοί λογαριασμοί: Πότε μια μεταφορά χρημάτων «χτυπά καμπανάκι» στην Εφορία
Έλεγχοι της ΑΑΔΕ σε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς – Ποιοι κινδυνεύουν με φόρο 10%
Στο μικροσκόπιο της Εφορίας δεν βρίσκονται μόνο οι συναλλαγές μέσω IRIS, αλλά και οι κινήσεις χρημάτων που πραγματοποιούνται μέσω κοινών τραπεζικών λογαριασμών, καθώς μία φαινομενικά συνηθισμένη μεταφορά μεταξύ συνδικαιούχων μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να αποκτήσει φορολογικό ενδιαφέρον.
Το κρίσιμο στοιχείο για τις ελεγκτικές αρχές είναι η πραγματική προέλευση των χρημάτων. Με άλλα λόγια, εξετάζεται ποιος από τους συνδικαιούχους κατέθεσε τα ποσά στον κοινό λογαριασμό και ποιος τελικά τα ανέλαβε, τα μετέφερε ή τα χρησιμοποίησε.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν ένας συνδικαιούχος μεταφέρει χρήματα που προέρχονται ουσιαστικά από άλλον δικαιούχο σε ατομικό του λογαριασμό, χωρίς να υπάρχουν στοιχεία που να δικαιολογούν τη συγκεκριμένη κίνηση. Σε μία τέτοια περίπτωση μπορεί να τεθεί ζήτημα άτυπης δωρεάς και να προκύψει αντίστοιχη φορολογική επιβάρυνση.
Πότε μια μεταφορά μπορεί να θεωρηθεί δωρεά
Η ύπαρξη ενός ονόματος ως συνδικαιούχου σε τραπεζικό λογαριασμό δεν σημαίνει από μόνη της ότι όλα τα χρήματα που βρίσκονται σε αυτόν έχουν προέλθει από τον ίδιο.
Για τον λόγο αυτό, στο πλαίσιο ενός φορολογικού ελέγχου εξετάζεται εάν το πρόσωπο που ανέλαβε ή μετέφερε ένα χρηματικό ποσό είχε προηγουμένως συνεισφέρει στη δημιουργία του υπολοίπου.
Ζήτημα μπορεί να προκύψει όταν ο συνδικαιούχος δεν έχει συνεισφέρει στα χρήματα του λογαριασμού, αλλά προχωρά στην ανάληψη ή μεταφορά τους σε άλλο λογαριασμό στον οποίο έχει αποκλειστική ή ουσιαστική δυνατότητα χρήσης.
Καθοριστικό ρόλο παίζει και η ύπαρξη παραστατικών ή άλλων αποδεικτικών στοιχείων που μπορούν να εξηγήσουν για ποιον λόγο πραγματοποιήθηκε η συναλλαγή.
Εάν δεν υπάρχει επαρκής τεκμηρίωση και από τα στοιχεία προκύπτει μεταβίβαση χρηματικής περιουσίας χωρίς αντάλλαγμα, η φορολογική διοίκηση μπορεί να αντιμετωπίσει τη συναλλαγή ως δωρεά και να επιβάλει τον φόρο που προβλέπεται.
Το αφορολόγητο των 800.000 ευρώ
Για χρηματικές δωρεές και γονικές παροχές μεταξύ συγγενών πρώτου βαθμού προβλέπεται αφορολόγητο όριο έως 800.000 ευρώ, ωστόσο η εφαρμογή του δεν γίνεται αυτόματα.
Για να αναγνωριστεί το αφορολόγητο θα πρέπει να τηρηθούν οι διαδικασίες που προβλέπει η φορολογική νομοθεσία. Η μεταφορά των χρημάτων πρέπει να πραγματοποιείται μέσω του τραπεζικού συστήματος, να υποβάλλεται η απαιτούμενη δήλωση και να υπάρχουν τα απαραίτητα στοιχεία που τεκμηριώνουν τη συναλλαγή.
Επομένως, ακόμη και όταν πρόκειται για μεταφορά μεταξύ πολύ στενών συγγενών, η σωστή αποτύπωση και τεκμηρίωση της κίνησης είναι καθοριστική ώστε να μην προκύψουν προβλήματα σε ενδεχόμενο φορολογικό έλεγχο.
Η «παγίδα» των μετρητών και ο φόρος 10%
Σημαντικά διαφορετική είναι η εικόνα όταν η χρηματική δωρεά δεν πραγματοποιείται μέσω τραπεζικού συστήματος αλλά με μετρητά.
Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται το αφορολόγητο όριο των 800.000 ευρώ και η μεταβίβαση μπορεί να φορολογηθεί με συντελεστή 10% επί ολόκληρου του ποσού.
Η διαφορά μπορεί να οδηγήσει σε ιδιαίτερα υψηλή επιβάρυνση. Για παράδειγμα, μία χρηματική δωρεά 100.000 ευρώ που εμπίπτει στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορεί να συνεπάγεται φόρο 10.000 ευρώ.













